Λέμε ξεκάθαρα ότι....

Οι συνταξιούχοι να απολαμβάνουν την σύνταξη τους και τους κόπους μιας ζωής και οι άνεργοι να βρίσκουν δουλειά.ΟΧΙ στην πρόσληψη συνταξιούχων στον σιδηρόδρομο σε οποιοδήποτε τομέα,δημόσιο ή ιδιωτικό.ΝΑΙ στις προσλήψεις,ΝΑΙ σε επαγγελματίες σιδηροδρομικούς με συγκροτημένα εργασιακά δικαιώματα.Δηλώνουμε ΞΕΚΑΘΑΡΑ την αντίθεση μας σε οποιαδήποτε σχέδια προσλήψεων συνταξιούχων.Δηλώνουμε ΞΕΚΑΘΑΡΑ ότι όσοι στηρίζουν αυτές τις επιλογές θα μας βρουν ΑΠΕΝΑΝΤΙ!
Καλούμε τους συνταξιούχους συναδέλφους να σεβαστούν την ΙΣΤΟΡΙΑ και το παρελθόν τους .

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Εργασία, μνημόνια και η υποτίμηση του ρόλου της Ευρώπης

Ένα ενδιαφέρον άρθρο απο τον Γιάννη Κουζή που πρέπει να διαβάσουν όλοι...
Τα δύο πρώτα μνημόνια επέφεραν τεκτονικές αλλαγές στην ελληνική αγορά εργασίας οδηγώντας σε μια πρωτοφανή και βίαιη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων διαμορφώνοντας ένα νέο εργασιακό τοπίο. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση αυτή παγιώνεται, ενώ εκδηλώνονται φόβοι
περαιτέρω επιδείνωσής της από το περιεχόμενο του τρίτου μνημονίου.

Οι πολιτικές των μνημονίων δεν διαφοροποιούν την πορεία των πολιτικών ευελιξίας της εργασίας που υλοποιούνται σταδιακά στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’90 χάριν της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Πρόκειται για αλλαγές που συντελούνται κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στην ίδια κατεύθυνση, σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο με σημαντικές ανατροπές, όπως και στο ευρύτατο φάσμα των ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων, που είναι αποτέλεσμα εθνικών πρωτοβουλιών, αλλά και κεντρικών επιλογών των θεσμών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.  

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 1993 με το Λευκό Βιβλίο της Commission για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση προτάσσει τη «ριζική μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας» με στόχο τη μείωση του εργασιακού «κόστους» και άξονα την εργασιακή ευελιξία. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται από το 1997 το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ενώ η ΟΝΕ με τους σιδηρούς της κανόνες, υιοθετεί την συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού και της μισθολογικής λιτότητας για τις χώρες της ευρωζώνης. Αν και το κύριο άλλοθι στις επιλογές αυτές είναι το χαμηλό κόστος των χωρών του τρίτου κόσμου που απειλεί τα εργασιακά δικαιώματα στην Ευρώπη, αυτή συνυπογράφει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων ανά τον κόσμο, χωρίς να ασκεί πιέσεις για τον σεβασμό στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων στις χώρες αυτές καθώς η έλλειψή τους αξιοποιείται ιδιαίτερα για επενδύσεις και από τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές.  

Έτσι, λοιπόν, εφαρμόζονται στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, με επιμέρους εθνικές παραλλαγές ως προς το εύρος και την ένταση, και από όλο το φάσμα των συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, πολιτικές «επαναρρύθμισης» της εργασίας με όρους νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης.  

Αυτές εστιάζονται στην υποχώρηση της πλήρους και σταθερής εργασίας με την συμπίεση του περιεχομένου της και την διόγκωση των μορφών εργασιακής επισφάλειας, χαμηλών ταχυτήτων αμοιβής και δικαιωμάτων, στην ελαστικοποίηση των ωραρίων, στην απελευθέρωση των απολύσεων, στην αλλαγή των όρων καθορισμού των μισθών με την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων, και, τέλος, στη σύγκλιση των εργασιακών καθεστώτων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης. Οι πολιτικές αυτές κατά την περίοδο της κρίσης αυξάνουν τη δοσολογία τους επιβάλλοντας, υπό το άλλοθι της συγκυρίας, ένα εκρηκτικό μείγμα νεοφιλελευθερισμού σε συνθήκες κρίσης. Η πρωτοτυπία της Ελλάδας των μνημονίων έγκειται στον καταιγισμό μέτρων εργασιακής απορρύθμισης μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Δεν πρωτοτυπεί σε τίποτα ως προς το περιεχόμενο των μέτρων αυτών αντιγράφοντας, χωρίς καμία εξαίρεση, διάσπαρτες εμπειρίες ευρωπαϊκών χωρών που επιβάλλονται, ως καλές πρακτικές, στην ελληνική αγορά εργασίας.  

Ο καθοριστικός ρόλος της ΕΕ στην εργασιακή απορρύθμιση

Στο πλαίσιο των όσων συμφωνήθηκαν στο τρίτο μνημόνιο, και σε συνδυασμό με την εικόνα των τελευταίων εξελίξεων στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, το κουαρτέτο των δανειστών, ωθούμενο από τα ίδια ισχυρά ημεδαπά και αλλοδαπά συμφέροντα, θα επιδιώξει τη μονιμοποίηση και την περαιτέρω διεύρυνση και εμβάθυνση της εργασιακής απορρύθμισης.  

Πρώτον, διότι οποιαδήποτε αλλαγή στην ελληνική αγορά εργασίας προϋποθέτει την έγκριση των δανειστών.

Δεύτερον, διότι η δέσμευση της μη επανόδου στα προ μνημονίων ισχύοντα «που δεν εγγυώνται βιώσιμη ανάπτυξη», αποδυναμώνει το ενδεχόμενο κατάργησης των εκατοντάδων μνημονιακών διατάξεων εργασιακής απορρύθμισης που επιβλήθηκαν ως αναπτυξιακά μέτρα εφόσον η ενδεχόμενη ανατροπή τους ερμηνεύεται από τους δανειστές ως αντιαναπτυξιακή επιλογή.  

Τρίτον, διότι η επανεξέταση των ομαδικών απολύσεων, του συνδικαλιστικού νόμου, της απεργίας και του lock-out μετά από απαίτηση των δανειστών, εγκυμονεί πρόσθετους κινδύνους απορρύθμισης, ενώ η επανεξέταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης, γεννά ερωτήματα ως προς το περιεχόμενο και το εύρος των τυχόν αλλαγών.

Τέταρτον, διότι η επανεξέταση των θεμάτων αυτών θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις «βέλτιστες» ευρωπαϊκές πρακτικές με τα εύλογα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία τους. Θα αναφέρεται, δηλαδή, στα υψηλά standards προστασίας της εργασίας που διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο; Ή αντιθέτως, θα παραπέμπει στις διογκούμενες ευρωπαϊκές πρακτικές ανατροπής του από τους ίδιους τους Ευρωπαίους ιθύνοντες χάριν της ανταγωνιστικότητας;

Τα παραπάνω γεννούν τα εξής ερωτήματα: Στο πλαίσιο ποιου συσχετισμού δύναμης θα γίνει η νέα διαπραγμάτευση; Ποια πολιτική αυταπάτη ή σκοπιμότητα υποβαθμίζει τον καθοριστικό ρόλο της Ευρώπης στη δημιουργία του ελληνικού «εργασιακού μεσαίωνα», εστιάζοντας ή και περιορίζοντας τις κριτικές στον αναντίρρητα άκρως νεοφιλελεύθερο ρόλο του ΔΝΤ, όταν μάλιστα τα 2/3(και σήμερα τα ¾) των δανειστών είναι ευρωπαϊκοί θεσμοί;  

Σε ποιες σύγχρονες καλές ευρωπαϊκές πρακτικές θα αναζητήσει στηρίγματα η ελληνική κυβέρνηση; Στις γερμανικές που άνοιξαν δρόμους στην αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων στην Ευρώπη και εφάρμοσαν εκτεταμένα τα minijobs των 8 εκ. νεόπτωχων εργαζομένων με εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο και του 12ωρου και μηνιαία αμοιβή έως 600 ευρώ, ώστε να εισάγεται το κατώτατο ωρομίσθιο αντί του κατώτατου μηνιαίου μισθού; Στις πρόσφατες ιταλικές της απελευθέρωσης των απολύσεων; Στις γαλλικές του σημερινού κύματος απορρύθμισης με τις πρόσθετες διευκολύνσεις για απολύσεις, την αύξηση των ωραρίων, ακόμη και τη θέσπιση 10ωρης ημερήσιας εργασίας για τους ανήλικους μαθητευόμενους με αμοιβές που αντιστοιχούν στο 29%-53% του κατώτατου μισθού; Ποιες πρόσφατες ευρωπαϊκές εμπειρίες δεν κινούνται στην περαιτέρω αύξηση του ορίου στις ομαδικές απολύσεις και στον περιορισμό του απεργιακού δικαιώματος;

Η ελληνική κυβέρνηση θα υπερασπισθεί το νομοσχέδιο της πρώτης κυβέρνησης Σύριζα για τις συλλογικές συμβάσεις που, από ατολμία, δεν κατατέθηκε στην Βουλή σε μια ευνοϊκότερη πολιτικά συγκυρία από τη σημερινή, και που, όντως, συνιστούσε καλή ευρωπαϊκή πρακτική καταργώντας 14 σχετικές μνημονιακές διατάξεις; Μήπως, τελικά, οδηγηθεί στη διατήρηση κρίσιμων διατάξεων, στο πλαίσιο των «βέλτιστων» ευρωπαϊκών παραδειγμάτων, που διαιωνίζουν την αποδιάρθρωση του τρόπου διαμόρφωσης των μισθών και την εξατομίκευσή τους;  

Εν κατακλείδι, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποτελεί σταθερή επιλογή των ευρωπαϊκών πολιτικών που υιοθετούν, προεξάρχοντος του ΔΝΤ, τους όρους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της «απελευθέρωσης» της αγοράς εργασίας, προσθέτοντας αυξημένες δόσεις στο ελληνικό παράδειγμα και μετατρέποντας μια χώρα του ευρώ σε ειδική οικονομική ζώνη. 
Υπό το άλλοθι της κρίσης υλοποιείται ένα απόλυτα επιτυχημένο πείραμα στην Ελλάδα για γενικότερες εξελίξεις στη γηραιά ήπειρο, παρά την αποτυχία των διακηρυγμένων στόχων των μνημονιακών προγραμμάτων. Διότι δεν είναι ανεξάρτητος ο ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών που συμμετέχουν στο κουαρτέτο των δανειστών από τις, εν κρυπτώ σχεδιαζόμενες και πέραν κάθε δημοκρατικής νομιμοποίησης, Διατλαντικές Συμφωνίες Ελεύθερου Εμπορίου (ΤΤΙΡ), μεταξύ Ευρώπης, ΗΠΑ και Καναδά. Συμφωνίες που, αν επιτευχθούν, οδηγούν στην πλήρη άλωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου και στην απόλυτη ολοκλήρωση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης απαλλάσσοντας τις πολυεθνικές από την εφαρμογή της εργατικής, ασφαλιστικής, φορολογικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας των ευρωπαϊκών κρατών υπό την απειλή ποινών για διαφυγόντα κέρδη. Και όταν, μάλιστα, αυτές οι ποινές θα επιβάλλονται από δικηγορικά γραφεία, ως διεθνή δικαστήρια επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών και «επενδυτών», επισφραγίζοντας, και με τυπικούς όρους, την παγκόσμια δικτατορία των αγορών…



* Ο Γιάννης Κουζής είναι καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου